
Ἡ ἑλληνικὴ Λαογραφία, σὰ σύνολο μορφῶν καὶ ἐκδηλώσεων τοῦ Λαϊκοῦ Πολιτισμοῦ, μοιάζει μὲ ἕναν πελώριο κύβο, ποὺ ἔχει ἕξι τετράγωνες ἐπιφάνειες.
Ἡ ἄνω ἐπιφάνεια τοῦ κύβου ἀντιπροσωπεύει τὴ Νεοελληνικὴ πραγματικότητα. Ὅλος ὁ χῶρος αὐτῆς τῆς ἐπιφάνειας ἀντιστοιχεῖ μὲ τὴ γεωγραφικὴ ἔκταση, πάνω στὴν ὁποία ἔχει ζήσει καὶ κινηθῆ συμπαγὴς Ἑλληνισμός. Περιλαμβάνονται, συνεπῶς, σ᾿ αὐτὴ τὴ γεωγραφικὴ ἔκταση ἡ σημερινὴ Ἑλλάδα, ἡ Κύπρος, καὶ ἀκόμη μεγάλες περιοχὲς τῆς Μικρασίας καὶ τῆς λοιπῆς Βαλκανικῆς. (…)
Μία σύντομη ἀπαρίθμηση τῶν κύριων στρωμάτων ἐπιβάλλεται νὰ γίνη: 1) Ἀρχίζει, πρώτη, ἡ ἐποχὴ τοῦ 1821 καὶ τῆς Τουρκοκρατίας. 2) Ἔρχεται πιὸ κάτω τὸ σπουδαῖο ἐδαφολογικὸ στρῶμα μίας ὁλόκληρης χιλιετηρίδας καὶ πιὸ πολὺ ἀκόμη. Πρόκειται γιὰ τοὺς χρόνους τῆς Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας. 3) Συνέχεια πιὸ κάτω ἀκολουθοῦν οἱ Ρωμαῖοι χρόνοι, καὶ ἔπειτα ἔρχεται ἡ κοσμοπολίτικη Ἑλληνιστικὴ ἐποχή, ὡς τὸ δημιουργό της, τὸν Μέγα Ἀλέξανδρο. 4) Καὶ πιὸ κάτω ἔρχεται ἡ ἔνδοξη Ἀρχαιότητα τῶν Κλασικῶν καὶ τῶν Ἀρχαϊκῶν χρόνων, προχωρώντας χρονικά, μέσα στὰ βάθη τοῦ ἐθνικοῦ κύβου, ἕως καὶ τὸν Ὅμηρο καὶ τὸν Ἡσίοδο. Ἐδῶ, στὸν ὄγδοο αἰῶνα πρὸ Χριστοῦ, τελειώνει ἡ γραπτὴ ἑλληνικὴ φιλολογικὴ παράδοση, τοὐλάχιστο ἡ γραπτὴ ἑλληνικὴ μὲ τὴ σημερινὴ περίπου μορφή της. (…)
Θὰ περίμενε κανεὶς νὰ τελειώνουν, ἐπὶ τέλους, στὸ χρονικὸ τοῦτο ὁρόσημο, στὸν Ὅμηρο καὶ στὸν Ἡσίοδο τοῦ 800 πρὸ Χριστοῦ, τὰ ἀρχαϊκώτερα ἐδαφολογικὰ στρώματα τοῦ Νεοελληνικοῦ λαϊκοῦ πολιτισμοῦ. Ἀλλὰ προσωπικὰ πιστεύω–καὶ τὸ πιστεύω ἀπὸ χρόνια καὶ μὲ πίστη ἀμετακίνητη– ὅτι δὲν συμβαίνει ἕνα τέτοιο. Ὑπάρχουν ἀκόμη, μέσα στὰ βάθη τοῦ πελώριου κύβου, καὶ ἄλλα δύο ἢ τρία βαθύτερα στρώματα, ποὺ ἴσως ἀποδειχθοῦν πολυτιμότατα γιὰ τὴν ἑλληνικὴ Λαογραφία, ἀρκεῖ νὰ πραγματοποιηθῆ καὶ σ᾿ αὐτὰ ἡ κατάλληλη ἐπιστημονικὴ διερεύνηση, ἀκριβέστερα ἡ δική τους «λαογραφικὴ ἀνασκαφικὴ ἀποκάλυψη».
Ποιὰ εἶναι αὐτὰ τὰ δύο ἢ τρία στρώματα; Εἶναι, πρῶτο, τὸ Μυκηναϊκό, κυρίως τῶν ἐτῶν 1500 ἕως 1100 πρὸ Χριστοῦ. Εἶναι, ἔπειτα, πιὸ ἀρχαιότερο ἀκόμη, τὸ περίφημο Μινωϊκὸ τῆς Κρήτης. Καὶ τελευταῖο, κάτω–κάτω στὸν πυθμένα τοῦ μεγάλου κύβου, σὰν πελώρια καὶ «ἑνιαία βάση» ὅλου τοῦ ἐθνικοῦ βίου, βρίσκεται τὸ Νεολιθικὸ στρῶμα τῆς τρίτης καὶ τέταρτης, ἀκόμη καὶ τῆς πέμπτης καὶ ἕκτης πρὸ Χριστοῦ χιλιετηρίδας. (…)
Ὁ «κύβος» τῆς Ἐθνικῆς παράδοσης εἶναι, ὅπως εἴδαμε, πλατὺς στὴν ἐπιφάνεια, δηλαδὴ στὴ γεωγραφική του ἔκταση, ἀλλὰ καὶ εἶναι ἀπίστευτα βαθὺς ὡς πρὸς τὴ χρονολογικὴ καταγωγή του. Κάτω ἀπὸ τὴν κεντρικὴ εὑρύχωρη αὐλὴ τοῦ ἀνακτόρου τῆς Κνωσσοῦ βρίσκονται, στὸ βάθος της, καὶ τὰ σημεῖα ἐκεῖνα, ὅπου ἔχουν ἀποκαλυφθῆ μερικὰ πολύτιμα Νεολιθικὰ εὑρήματα. Ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέρα ἀρχίζουν μερικὰ σπουδαῖα ἐρωτήματα: 1) Μποροῦν, μήπως, αὐτὰ τὰ εὑρήματα, ὅπως καὶ τόσα ἄλλα Νεολιθικὰ τῶν προϊστορικῶν τάφων τῆς Μεσαρᾶς τῆς Κρήτης, νὰ φωτίσουν τὰ σκοτεινὰ προβλήματα τῆς νεοελληνικῆς Λαογραφίας; 2) Μπορεῖ, μήπως, σὲ ἀντίστροφη τάξη πορείας, καὶ ἐκεῖνα τὰ Νεολιθικὰ νὰ φωτισθοῦν–ἔπειτα ἀπὸ τόσες χιλιάδες χρόνια–ἀπὸ τὴ νεοελληνικὴ Λαογραφία; 3) Ἤ, μήπως μποροῦν νὰ συμβοῦν συγχρόνως καὶ τὰ δύο αὐτὰ φαινόμενα; Σ᾿ αὐτὴ δηλαδὴ τὴν τελευταία περίπτωση ἐνδέχεται νὰ μᾶς ἀποκαλυφθοῦν μερικὰ μεγάλα καὶ συγκλονιστικὰ «μυστικά», ποὺ ὅμως ἐξακολουθοῦν νὰ κρύβονται ζηλότυπα κάτω ἢ ἀνάμεσα στὰ ἐρείπια τῆς Κνωσσοῦ, καὶ τῆς Φαιστοῦ, καὶ τῆς Πελοποννησιακῆς Λέρνας, ἢ καὶ ἀνάμεσα στὰ ταπεινὰ εὑρήματα τοῦ Θεσσαλικοῦ Διμηνιοῦ καὶ τοῦ Σέσκλου, ἢ τῆς Μακεδονικῆς Νέας Νικομήδειας. 4) Καὶ ἕνα τελευταῖο ἐρώτημα: Μποροῦν ὅλα αὐτά, πότε χωριστὰ τὸ καθένα, καὶ πότε ὅλα μαζί, νὰ μᾶς φωτίσουν–ἐπὶ τέλους–τὴν ἀδιαπέραστη ὡς τώρα ὁμίχλη τῶν ἀρχαιοτάτων ἑλληνικῶν μύθων.
Ἀθήνα 1973
